ευχάριτος

εὐχάριτος, -ον (Α)
δ. γρφ. αντί ευχάριστος*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐχάριτος — εὔχαρις charming gen sg εὐχάριτος masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαριτώτερον — εὐχάριτος masc acc comp sg εὐχάριτος neut nom/voc/acc comp sg εὐχάριτος adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχάριτον — εὐχάριτος masc/fem acc sg εὐχάριτος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαριτώτατος — εὐχάριτος masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαριτώτερα — εὐχάριτος neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαριτώτεροι — εὐχάριτος masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαρίτου — εὐχάριτος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαρίτους — εὐχάριτος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχαρίτῳ — εὐχάριτος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐχάριτοι — εὐχάριτος masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.